Μία ακόμη υπόθεση εξαφάνισης, με πολλά αναπάντητα ερωτήματα, παρουσιάστηκε το βράδυ της Παρασκευής στην εκπομπή «Φως στο Τούνελ».
Πρόκειται για τον 33χρονο Κώστα Ασλανίδη, ο οποίος αγνοείται από τις 7 Αυγούστου 2025, όταν εξαφανίστηκε από την Καρύταινα Αρκαδίας, όπου είχε μεταβεί για να επισκεφθεί την οικογένειά του.
Ο Κώστας είχε ιδιαίτερη σχέση με την Καρύταινα, καθώς εκεί βρίσκονται οι ρίζες της οικογένειάς του. Είχε ταξιδέψει στο χωριό για να περάσει μερικές ημέρες μακριά από την καθημερινότητα. Αγαπούσε τις υπαίθριες δραστηριότητες, τις βόλτες με τη μοτοσικλέτα και τις περιηγήσεις στις φυσικές ομορφιές της περιοχής, ενώ συχνά επισκεπτόταν τον Λούσιο ποταμό και περπατούσε στα μονοπάτια.
Η επίσκεψή του, ωστόσο, έμελλε να μετατραπεί σε μια υπόθεση εξαφάνισης που μέχρι σήμερα δεν έχει βρει απάντηση. Στις 7 Αυγούστου ο 33χρονος γεωπόνος αναχώρησε με τη μηχανή του και έκτοτε δεν έδωσε κανένα σημείο ζωής. Παρά τις εκτεταμένες προσπάθειες της Αστυνομίας, της Πυροσβεστικής και των εθελοντών, ούτε ο ίδιος ούτε η μοτοσικλέτα του έχουν εντοπιστεί.
Η θεία και νονά του, Δήμητρα Κοντοπούλου, μίλησε στην εκπομπή «Τούνελ» και αναφέρθηκε στις τελευταίες στιγμές πριν από την εξαφάνισή του.
«Είχε έρθει στην Καρύταινα με τη μηχανή του, το βράδυ της Πέμπτης 31 Ιουλίου, από το Περιστέρι όπου ζούσε με τους γονείς του, για να καθίσει λίγες μέρες. Έκανε τις βόλτες του γιατί είναι φυσιολάτρης, πήγαινε στον Λούσιο, περπατούσε».
Το πρωινό της 7ης Αυγούστου ξεκίνησε όπως κάθε άλλη ημέρα, με τον Κωνσταντίνο να προετοιμάζεται για την καθιερωμένη του εξόρμηση.
«Το Σάββατο, γύρω στις 9 παρά τέταρτο, τον είδα στο σπίτι. Τον ρώτησα πού θα πήγαινε, γιατί είδα ότι ετοίμαζε το σακίδιό του και μου είπε ότι θα πήγαινε μία βόλτα στον Λούσιο και θα επέστρεφε. Γύρισε γύρω στις 10:30, έκανε ένα μπάνιο και στις 12 ξαναβγήκε. Απ’ ό,τι είδαμε, είχε πάρει μαζί του μόνο το τηλέφωνο και τα κλειδιά του σπιτιού. Είχε αφήσει το πορτοφόλι του, τον καπνό του και όλα τα υπόλοιπα πράγματά του».
Όσο περνούσαν οι ώρες χωρίς να επιστρέφει, η ανησυχία των συγγενών του μεγάλωνε. Οι προσπάθειές τους να επικοινωνήσουν μαζί του δεν είχαν αποτέλεσμα.
«Καθώς περνούσε η ώρα, αρχίσαμε να ανησυχούμε. Ξεκινήσαμε να παίρνουμε τηλέφωνο για να τον εντοπίσουμε και δεν απαντούσε ούτε στα τηλέφωνα ούτε σε μηνύματα. Εκεί αρχίσαμε να υποψιαζόμαστε ότι κάτι του έχει συμβεί».
Η οικογένεια απευθύνθηκε στην Αστυνομία προκειμένου να ξεκινήσει άμεσα η αναζήτησή του. Ωστόσο, όπως καταγγέλλει η θεία του, η πρώτη αντίδραση που συνάντησαν ήταν να περιμένουν να περάσει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα.
«Πήγαμε στο Αστυνομικό Τμήμα Μεγαλόπολης και αναφέραμε την εξαφάνισή του αλλά ο αξιωματικός υπηρεσίας μάς είπε ότι θα έπρεπε να περιμένουμε να περάσουν δύο 24ωρα. Σκεφτήκαμε ότι δεν είναι δυνατόν να αφήσουμε να περάσει τόσος χρόνος από την στιγμή που καταλαβαίναμε ότι κάτι μπορεί να του έχει συμβεί».
Όπως εξηγεί η ίδια, η αδελφή της απευθύνθηκε και σε άλλα αστυνομικά τμήματα, με αποτέλεσμα η επίσημη δήλωση της εξαφάνισης να πραγματοποιηθεί τελικά μετά τις 18:00. Αμέσως μετά άρχισε η κινητοποίηση των αρμόδιων δυνάμεων.
Σημαντικό στοιχείο για την οικογένεια αποτελεί και το υλικό από κάμερα ασφαλείας καταστήματος που βρίσκεται κοντά στο σπίτι.
«Εκείνο το πρωί πριν φύγει, μίλησε για λίγο με την αδελφή μου και της έλεγε ότι καθάριζε το κράνος του. Δεν είδε κανείς πώς έφυγε. Από την κάμερα ενός καφέ που βρίσκεται σε κοντινή απόσταση, είδαμε ότι ανέβηκε τα σκαλιά και πήγε προς την πλατεία όπου είχε παρκαρισμένη τη μηχανή του».
Οι κινήσεις του από εκείνο το σημείο και μετά δεν έχουν αποσαφηνιστεί, ενώ παραμένει άγνωστο πού βρίσκεται η μοτοσικλέτα με την οποία έφυγε.
Παράλληλα, η οικογένεια συγκέντρωσε πληροφορίες σχετικά με τα σημεία που είχε εκδηλώσει ενδιαφέρον να επισκεφθεί κατά τις προηγούμενες ημέρες.
«Από μία μαρτυρία μάθαμε ότι στην πρώτη του βόλτα ρώτησε ποιος είναι ο καλύτερος δρόμος για να πάει προς τα μοναστήρια και είχε ως πληροφορία ότι το Ελληνικό ήταν καλύτερη διαδρομή. Αυτά τα είχε ρωτήσει την προηγούμενη μέρα».
«Δεν είχε διαπληκτιστεί ποτέ με κανέναν»
Η θεία του περιγράφει τον Κωνσταντίνο ως έναν άνθρωπο που αγαπούσε τις περιηγήσεις και περνούσε μεγάλο μέρος του ελεύθερου χρόνου του στη φύση. Όπως τονίζει, είχε ισχυρούς δεσμούς με την Καρύταινα και διατηρούσε όμορφες αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια εκεί.
«Ήταν πολύ ήρεμο παιδί, δεν είχε διαπληκτιστεί ποτέ με κανέναν. Αγαπούσε πολύ τον τόπο εδώ γιατί, όπως έλεγε, είχε ζήσει τα καλύτερά του χρόνια με παιχνίδι με φίλους. Δεν υπάρχει κάποιος που θα ήθελε να του κάνει κακό στο χωριό. Είναι μικρός ο τόπος και γνωρίζονται όλοι μεταξύ τους».
Ο 33χρονος είχε σπουδάσει στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο, όμως τα επαγγελματικά του ενδιαφέροντα είχαν στραφεί τα τελευταία χρόνια στην πληροφορική. Για τον λόγο αυτό παρακολουθούσε σχετικά σεμινάρια και προσπαθούσε να ενισχύσει τις γνώσεις και τα προσόντα του.
«Μελετούσε πολλές ώρες και έπαιρνε πιστοποιήσεις για να εμπλουτίσει το βιογραφικό του γιατί τον ενδιέφερε περισσότερο η πληροφορική. Δεν μπορώ να σκεφτώ τι του έχει συμβεί, ούτε να κάνω υποθέσεις. Δεν έχει νόημα. Δεν έχει βρεθεί τίποτα εδώ κοντά στην περιοχή. Αυτό μας δίνει βέβαια την ελπίδα ότι μπορεί να είναι ακόμα στη ζωή. Όπως μας λένε και από την Ασφάλεια όμως, όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά».
Μέσα από την εκπομπή, η θεία του απευθύνει έκκληση σε οποιονδήποτε ενδεχομένως γνωρίζει κάτι για την υπόθεση, ζητώντας ακόμη και την παραμικρή πληροφορία που θα μπορούσε να βοηθήσει τις έρευνες.
«Αν υπάρχει κάποιος που έχει δει κάτι, έχει μάθει κάτι, να μας βοηθήσει να μάθουμε τι έχει συμβεί στον Κωνσταντίνο. Θα ήταν ένα δώρο αυτό για εμάς».
Το συνεργείο της εκπομπής βρέθηκε στην Καρύταινα μαζί με τη θεία και νονά του αγνοούμενου, Δήμητρα Κοντοπούλου, επιχειρώντας να ανασυνθέσει τις τελευταίες ώρες πριν από την εξαφάνισή του. Μέσα από τις μαρτυρίες και τις εικόνες από τις κάμερες ασφαλείας, εξετάστηκαν τα σημεία από τα οποία πέρασε ο 33χρονος.
«Ο Κωνσταντίνος πάρκαρε τη μηχανή του στην πλατεία, γιατί ο δρόμος που οδηγεί στο σπίτι μας είναι πλακόστρωτος και δεν μπορούσε να την κατεβάσει μέχρι εκεί. Εκείνο το πρωινό πήρε το κράνος, το κινητό και τα κλειδιά του σπιτιού και έφυγε, με κατεύθυνση προς την πλατεία, για να πάρει τη μηχανή του. Εδώ βρίσκεται και η κεντρική εκκλησία, η κάμερα της οποίας τον κατέγραψε να παίρνει τη μηχανή. Παρακολουθώντας το βίντεο, μου έκανε εντύπωση ότι, όταν επέστρεφα, φαίνεται πως με είδε και έκανε ένα βήμα πίσω, σαν να μην ήθελε να τον αντιληφθώ», αναφέρει χαρακτηριστικά η Δήμητρα Κοντοπούλου.
Στη συνέχεια, ο Κώστας φαίνεται να απομακρύνεται από την πλατεία, στρίβοντας αριστερά προς την κατεύθυνση του Λούσιου ποταμού και των μοναστηριών. Η πορεία του καταγράφηκε και από μία δεύτερη κάμερα ασφαλείας.
«Από εκείνο το σημείο και μετά δεν έχουμε στη διάθεσή μας άλλα στοιχεία. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι δεν κατευθύνθηκε προς το Ατσιχώρι, καθώς υπάρχει κάμερα στον δρόμο που δεν τον κατέγραψε. Υπάρχει, ωστόσο, ένα γεφύρι από το οποίο μπορεί να περάσει μόνο μηχανή, οπότε δεν αποκλείεται να κινήθηκε προς την πλευρά του Λούσιου. Αυτές τις ημέρες θα είχε και τα γενέθλιά του, κάτι που κάνει την αγωνία μας ακόμη πιο δύσκολη. Τον αγαπάμε και τον περιμένουμε», λέει συγκινημένη.
«Φοβάμαι μήπως είδε κάτι που δεν έπρεπε να δει»
Στο επίκεντρο της έρευνας για την εξαφάνιση του 33χρονου βρίσκεται και η περιοχή της Ψηλής Παναγιάς, στην Καρύταινα Αρκαδίας.
Σύμφωνα με πληροφορίες που συγκέντρωσαν οι συγγενείς του, λίγες ημέρες πριν από την εξαφάνισή του είχε συναντήσει έναν εποχικό δασοφύλακα κοντά σε πυροφυλάκιο. Εκεί φέρεται να είχε ζητήσει πληροφορίες για έναν διαφορετικό δρόμο που θα μπορούσε να ακολουθήσει με τη μοτοσικλέτα του.
Η οικογένεια και οι φίλοι του προσπάθησαν να εντοπίσουν πιθανά στοιχεία στα σημεία που επισκεπτόταν συχνά. Κατά τη διάρκεια αυτής της αναζήτησης πληροφορήθηκαν για τη συγκεκριμένη συνάντηση, την οποία θυμόταν ο δασοφύλακας.
«Τον ρώτησε αν υπήρχε κάποιος άλλος δρόμος ή βατό μονοπάτι για να φύγει πιο γρήγορα με τη μοτοσικλέτα. Ο δασοφύλακας τον συμβούλεψε να επιστρέψει από τον δρόμο που είχε έρθει και να μην αναζητήσει άλλο πέρασμα, καθώς στην περιοχή είχαν προηγηθεί αστυνομικές έρευνες για χασισοφυτείες και υπήρχε κίνδυνος».
Η συγκεκριμένη μαρτυρία προσθέτει ένα ακόμη στοιχείο στην υπόθεση, καθώς δημιουργεί ερωτήματα για το αν ο 33χρονος επέστρεψε στην ίδια περιοχή την ημέρα που εξαφανίστηκε. Ο άνδρας που μίλησε στην εκπομπή εξέφρασε παράλληλα την ανησυχία του για όσα ενδεχομένως να είδε ο Κώστας κατά τις περιηγήσεις του.
«Δεν ξέρω αν επέστρεψε εκεί την ημέρα που εξαφανίστηκε. Είναι, όμως, μία περιοχή που γνώριζα ότι επισκεπτόταν. Φοβάμαι μήπως είδε κάτι που δεν έπρεπε να δει και του έκαναν κακό. Όλα περνούν πλέον από το μυαλό μου. Όταν προσπάθησα να μάθω αν συνέβαιναν τέτοια πράγματα στην περιοχή, μου είπαν ‘μην μπλέκεις’».
Η συνάντηση στην Ψηλή Παναγιά αποτελεί πλέον μία από τις πληροφορίες που εξετάζονται στο πλαίσιο της αναζήτησης απαντήσεων για την εξαφάνιση του 33χρονου.
Στα μοναστήρια της Καρύταινας
Προκειμένου να εξετάσει κάθε πιθανή εκδοχή γύρω από την εξαφάνιση του Κώστα Ασλανίδη, η εκπομπή της Αγγελικής Νικολούλη βρέθηκε στις διαδρομές που συνδέουν την Καρύταινα με τον Λούσιο ποταμό. Στο πλαίσιο της έρευνας επισκέφθηκε και μοναστήρια της ευρύτερης περιοχής, τα οποία ο αγνοούμενος φέρεται να επιθυμούσε να γνωρίσει.
Πρώτος σταθμός ήταν η Ιερά Μονή Αιμυαλών, κοντά στη Δημητσάνα. Μοναχός που είχε ενημερωθεί για την υπόθεση μίλησε για τις έρευνες που είχαν πραγματοποιηθεί στους χώρους της μονής.
Όταν η δημοσιογράφος τού έδειξε φωτογραφία του Κωνσταντίνου, εκείνος ανέφερε ότι δεν μπορούσε να αναγνωρίσει το πρόσωπό του.
«Τώρα εντάξει, αν τον είχα δει και μία φορά δεν έχω συγκρατήσει το πρόσωπό του, βλέπουμε αρκετό κόσμο εδώ στο μοναστήρι».
Στη συνέχεια, τέθηκε το ερώτημα εάν ο 33χρονος είχε βρεθεί ή είχε φιλοξενηθεί στο μοναστήρι. Ο μοναχός εξήγησε πως οι χώροι φιλοξενίας είναι περιορισμένοι και χρησιμοποιούνται μόνο για συγκεκριμένους λόγους.
«Όχι, δεν διαθέτει η μονή ξενώνες φιλοξενίας, οπότε δεν μπορεί να φιλοξενήσει κάποιον. Έχει μόνο έναν μικρό ξενώνα για συγγενείς μοναχών. Δεν ξέρω τι του έχει συμβεί αλλά εδώ στην περιοχή δεν πρέπει να είναι, γιατί μου φαίνεται απίστευτο μετά από τόσο καιρό να μην έχει βρεθεί ούτε ένα ίχνος του. Μετά από τόσο χρονικό διάστημα δεν γίνεται να μην τον ανακαλύψεις, να μην αναγνωρίσει κάποιος έναν ξένο στο χωριό».
Ο ίδιος αναφέρθηκε επίσης στις δύο φορές που οι αστυνομικές Αρχές επισκέφθηκαν τη μονή, πραγματοποιώντας ελέγχους στους χώρους της.
«Η Αστυνομία έχει έρθει δύο φορές. Την πρώτη φορά έκαναν έναν τυπικό έλεγχο. Τη δεύτερη με εισαγγελική εντολή ερεύνησαν εξονυχιστικά όλους τους χώρους του μοναστηριού. Μπήκαν στα κελιά, στις αποθήκες. Ήρθαν και με σκυλιά και ερεύνησαν οτιδήποτε ανήκει στη μονή. Κάτι άλλο έχει συμβεί. Αυτό που λένε αρκετοί, ότι με κάποιο τρόπο προσπάθησε να εξαφανιστεί μην αφήνοντας ίχνη πίσω».
Ακολούθησε η επίσκεψη στην Ιερά Μονή Φιλοσόφου, η οποία βρίσκεται στη χαράδρα του Λούσιου ποταμού, νότια της Δημητσάνας. Η οικογένεια είχε πληροφορηθεί πως την περίοδο που χάθηκαν τα ίχνη του Κωνσταντίνου είχε φιλοξενηθεί εκεί ένας άνδρας περίπου της ίδιας ηλικίας. Ο μοναχός της μονής, ωστόσο, διέψευσε ότι ο αγνοούμενος είχε μείνει στους χώρους της.
«Δεν ισχύει ότι έχουμε φιλοξενήσει εμείς τον νεαρό. Έχουμε ξενώνα αλλά για να φιλοξενήσουμε κάποιον πρέπει να πάρουμε άδεια απ’ τη μητρόπολη. Η φιλοξενία γίνεται πάντα με ένδειξη και καταγραφή των στοιχείων της ταυτότητας».
Ο μοναχός διευκρίνισε πως η φιλοξενία στη μονή παρέχεται μόνο σε ιδιαίτερες περιστάσεις, όπως όταν ένας πεζοπόρος δεν είναι σε θέση να συνεχίσει τη διαδρομή του με ασφάλεια.
«Έχουν κάνει έρευνα και σ’ εμάς οι Αρχές. Έχουν ψάξει με σκυλιά όλο το μοναστήρι, τους έχουμε πάει παντού, ακόμα και στα δωμάτιά μας. Το βασικό είναι όμως ότι δεν φιλοξενούμε παρά μόνο σε ειδικές περιπτώσεις. Αν κάποιος αργήσει για παράδειγμα και δεν μπορεί να πεζοπορήσει τη νύχτα στο μονοπάτι που έχει πέσει και έχουν βάλει σχοινιά για να περάσεις απέναντι».
Μάλιστα, παρουσίασε στη δημοσιογράφο το βιβλίο επισκεπτών, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε κάποια εγγραφή που να αφορά τον Κωνσταντίνο. Παράλληλα, περιέγραψε τις δυσκολίες και τους κινδύνους που παρουσιάζει η διαδρομή από την Καρύταινα προς το μοναστήρι, εξαιτίας των απότομων πλαγιών και των γκρεμών.
«Μακάρι να ζει ο άνθρωπος. Αλλά όλη διαδρομή από την Καρύταινα μέχρι εδώ είναι όλο γκρεμούς. Αν έχει πέσει κάπου 30 – 40 μέτρα κάτω είναι δύσκολο να βρεθεί».
Η έρευνα συνεχίστηκε στην Ιερά Μονή Προδρόμου, η οποία είναι χτισμένη σε έναν απόκρημνο βράχο. Οι πλημμύρες που σημειώθηκαν τον προηγούμενο χειμώνα είχαν προκαλέσει κατολισθήσεις, με αποτέλεσμα η πρόσβαση στο μοναστήρι να γίνει ακόμη πιο δύσκολη.
Η προσέγγιση της μονής απαιτεί αρκετή πεζοπορία, ενώ σε ορισμένα σημεία οι επισκέπτες χρειάζεται να χρησιμοποιήσουν τα σχοινιά που έχουν τοποθετηθεί για τη διευκόλυνση της διέλευσης. Η δημοσιογράφος της εκπομπής επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον Ιωσήφ Αγγελίδη, γενικό αρχιερατικό επίτροπο της Ιεράς Μητροπόλεως Γόρτυνος και Μεγαλουπόλεως. Όπως ανέφερε, δεν υπήρξε κάποια αναφορά ότι ο Κωνσταντίνος είχε επισκεφθεί τα μοναστήρια.
«Δεν ήρθε στο μοναστήρι καθόλου. Εμείς είχαμε ψάξει, είχαμε στείλει και έγγραφο από τη μητρόπολη προς τις ιερές μονές αλλά δεν τον έχει δει κανένας. Ήρθε και η Αστυνομία και έψαξε. Δεν είναι τόσο μεγάλα τα μοναστήρια ώστε να μην μπορούμε να τον βρούμε, ούτε θα τον κρύβαμε ενώ ανησυχούν οι γονείς του. Ακόμα κι αν ήθελε να μείνει, θα του λέγαμε πήγαινε να τα βρεις με την οικογένειά σου και μετά εμείς εδώ είμαστε».
«Δεν βρήκαμε κανένα ίχνος του»
Το συνεργείο εξωτερικών ερευνών του «Τούνελ» συνέχισε την αυτοψία στα σημεία που ενδέχεται να συνδέονται με την εξαφάνιση του Κώστα Ασλανίδη. Στην προσπάθεια ανασύνθεσης της διαδρομής του 33χρονου συμμετείχε και ο πρόεδρος της τοπικής κοινότητας, Γιώργος Κοτέλος. Ο ίδιος είχε πάρει μέρος στις πρώτες κιόλας έρευνες για τον εντοπισμό του.
«Συμμετείχα στις έρευνες που έγιναν με βάση το στίγμα από το κινητό του τηλέφωνο, από την πρώτη κιόλας ημέρα, λίγο πριν νυχτώσει. Ελάτε να σας δείξω», λέει και επιβιβάζεται στο όχημά του μαζί με το συνεργείο της εκπομπής.
Αρχικά, περιέγραψε τις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν προς την κατεύθυνση του Ατσίχωλου, καθώς υπήρχε το ενδεχόμενο ο Κώστας να είχε κινηθεί προς το ποτάμι.
«Ο πρώτος δρόμος που ερευνήσαμε ήταν αυτός προς το Ατσίχωλο, καθώς σκεφτήκαμε μήπως είχε πάει μία βόλτα προς το ποτάμι. Ελέγξαμε όλη την περιοχή στα αριστερά του δρόμου, μέχρι κάτω στο ποτάμι. Από εδώ υπάρχουν πολλές επιλογές για να κινηθεί κανείς. Γι’ αυτό αναγκαστήκαμε να οργανωθούμε σε τρία-τέσσερα αυτοκίνητα και να ψάχνουμε μέχρι το πρωί. Ελέγχαμε με φακούς τις στροφές και τα δύσβατα σημεία, αλλά δεν βρήκαμε κανένα ίχνος του. Από εδώ μπορεί κάποιος να κινηθεί προς την Τρίπολη, την Αθήνα, την Ηλεία, ακόμη και προς την Αχαΐα. Με τη μηχανή, μάλιστα, μπορεί να μετακινηθεί πιο εύκολα, καθώς υπάρχουν σημεία όπου δεν μπορεί να περάσει αυτοκίνητο. Υπάρχει και ένας κλειστός δρόμος προς τη Μονή Προδρόμου, από τον οποίο μπορεί να περάσει μόνο μηχανή. Ενδεχομένως να είχε διαφύγει προς τα εκεί», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Την επόμενη ημέρα, στις έρευνες συμμετείχαν και αστυνομικές δυνάμεις, οι οποίες χρησιμοποίησαν drone για να ελέγξουν την ευρύτερη περιοχή και τα σημεία που είχαν ήδη εξεταστεί από τους κατοίκους.
«Τα σημεία αυτά είναι δύσβατα και δεν μπορεί να φτάσει κανείς εύκολα, ούτε με αυτοκίνητο ούτε με μηχανή. Υποθέσαμε ότι μπορεί να είχε αφήσει τη μηχανή του και να συνέχισε πεζός. Ερευνήσαμε ολόκληρο το φαράγγι, καθώς η περιοχή που καλύπτει το στίγμα του κινητού του είναι αρκετά μεγάλη, με την απόσταση να φτάνει περίπου τα 12 χιλιόμετρα, μέχρι το Ελληνικό».
Ο πρόεδρος της κοινότητας αναφέρει ότι γνώριζε τον Κώστα και προσωπικά, καθώς ο 33χρονος ήταν συνομήλικος με τον γιο του και οι δύο νέοι διατηρούσαν φιλικές σχέσεις.
Η έρευνα συνεχίστηκε κοντά στο γεφύρι, όπου εξετάστηκαν τα πιθανά περάσματα και οι εναλλακτικές διαδρομές που θα μπορούσε να είχε ακολουθήσει ο αγνοούμενος.
«Το καλοκαίρι υπάρχει αρκετός κόσμος στην περιοχή, οπότε είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι κάποιος δεν θα είχε δει κάτι. Ακόμη κι αν ήταν ξένος, αν είχε αντιληφθεί οτιδήποτε, θα μπορούσε να το αναφέρει. Αν, ωστόσο, είχε σταματήσει κάπου για να συνεχίσει πεζός, θα έπρεπε τουλάχιστον να είχαμε εντοπίσει τη μηχανή του. Η κάμερα του χωριού στο Ατσίχωλο δεν τον έχει καταγράψει, χωρίς όμως να γνωρίζουμε αν λειτουργούσε σωστά εκείνη την περίοδο. Το μικρό γεφύρι έχει αποκλειστεί από την Αρχαιολογική Υπηρεσία, ωστόσο μία μηχανή θα μπορούσε να περάσει. Από κάτω περνά ο Λούσιος, ενώ από αυτό το σημείο θα μπορούσε να κατευθυνθεί προς τη Στεμνίτσα ή τη Δημητσάνα».
Οι αναζητήσεις επεκτάθηκαν και στα συγκεκριμένα σημεία, χωρίς όμως να προκύψει κάποιο νέο εύρημα που να βοηθά στον εντοπισμό του 33χρονου.
«Μακάρι όποιος μπορεί να βοηθήσει να το κάνει, για χάρη της οικογένειας», καταλήγει.
«Το οδικό δίκτυο της περιοχής είναι επικίνδυνο»
Για την κατάσταση της μοτοσικλέτας του Κώστα και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πραγματοποιούσε τις διαδρομές του μίλησε και η θεία και νονά του.
«Η μηχανή του ήταν μια χαρά. Την είχε περίπου τέσσερα χρόνια και είχε έρθει με αυτήν από την Αθήνα. Αν παρουσίαζε κάποιο πρόβλημα, θα απευθυνόταν στον γαμπρό μου, που γνωρίζει από μηχανές. Δεν είχε όμως κανένα πρόβλημα», αναφέρει η θεία και νονά του αγνοούμενου γεωπόνου Κώστα Ασλανίδη.
Στην εκπομπή μίλησε επίσης ο Δημήτρης Τζανετάκος, πρόεδρος της Λέσχης Μοτοσικλετιστών Μεσσηνίας, ο οποίος συμμετείχε στις έρευνες που πραγματοποιήθηκαν τον Αύγουστο του 2025. Η συνάντηση με τη δημοσιογράφο έγινε κοντά στο γεφυράκι της Καρύταινας, όπου είχαν αναζητήσει τον αγνοούμενο.
«Ερευνήσαμε ολόκληρη την περιοχή, μέχρι και αρκετά πιο κάτω, τόσο με μοτοσικλέτες όσο και μαζί με την ΕΜΑΚ και τις υπόλοιπες υπηρεσίες που συμμετείχαν στις έρευνες. Πήγαμε παντού, ακόμη και σε ιδιαίτερα απόκρημνα σημεία. Ήμασταν 10 μοτοσικλέτες, περίπου 20 άτομα και διανύσαμε μία μεγάλη διαδρομή περνώντας από τη Μεγαλόπολη, την Καρύταινα, την Στεμνίτσα και τη Δημητσάνα, σχηματίζοντας έναν μεγάλο κύκλο. Το οδικό δίκτυο της περιοχής είναι επικίνδυνο. Υπάρχουν δρόμοι χωρίς προστατευτικές μπάρες και κάθε στροφή μπορεί να κρύβει μία παγίδα που δεν είναι εύκολο να προβλέψεις», λέει χαρακτηριστικά.
Όπως εξηγεί, ο Κώστας οδηγούσε μία Yamaha Fazer μεγάλου κυβισμού. Παράλληλα, επισημαίνει ότι τα ρούχα που φορούσε την ημέρα της εξαφάνισής του δεν αποτελούσαν τον κατάλληλο εξοπλισμό για μια τέτοια μοτοσικλέτα.
«Φορούσε μόνο κράνος, αθλητικά παπούτσια, ένα φανελάκι και μία βερμούδα. Δεν είχε τον απαραίτητο προστατευτικό εξοπλισμό, που θα μπορούσε να περιορίσει τη σοβαρότητα των τραυματισμών σε περίπτωση πτώσης, μικρής ή μεγάλης. Οι έρευνες διήρκεσαν μήνες και γνωρίζω ότι ακόμη και σήμερα οι συγγενείς του συνεχίζουν να αναζητούν απαντήσεις. Δυστυχώς, δεν έχει βρεθεί κανένα στοιχείο. Δεν αποκλείεται να συνέβη κάποιο ατύχημα με διερχόμενο όχημα, το οποίο κινούνταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Ενδεχομένως, κάποιος οδηγός να παρατηρούσε το τοπίο και να μην αντιλήφθηκε εγκαίρως την παρουσία του. Σε ολόκληρο το επαρχιακό δίκτυο υπάρχουν κλειστές στροφές, οι λεγόμενες ‘τυφλές’ όπως τις αποκαλούμε στη μοτοσικλετιστική ορολογία. Από εκεί και πέρα, το γεγονός ότι δεν βρέθηκε η μηχανή είναι ένα διαφορετικό ζήτημα», επισημαίνει.
Ο Δημήτρης Τζανετάκος αναφέρει ότι σε περίπτωση απότομου φρεναρίσματος εξαιτίας κάποιου ατυχήματος θα μπορούσαν να έχουν παραμείνει ίχνη στην άσφαλτο. Ωστόσο, όπως λέει, κατά τις έρευνες δεν εντοπίστηκε κάτι σχετικό.
«Αυτό που βλέπουμε εδώ, όπως και σήμερα, είναι χώματα και σαθρά υλικά στο οδόστρωμα, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν ολίσθηση αν κάποιος τα πατήσει. Επιπλέον, ο δρόμος είναι παλιός. Δυστυχώς θα μπορούσε να έχει συμβεί κάποιο ατύχημα. Η συγκεκριμένη μοτοσικλέτα είναι παλαιότερης τεχνολογίας και δεν διαθέτει σύστημα GPS, ώστε να μπορεί κάποιος να εντοπίσει ανά πάσα στιγμή τη θέση της μέσω κινητού τηλεφώνου ή δορυφορικής σύνδεσης. Στη δική μου μηχανή, αντίθετα, υπάρχει σύγχρονος εξοπλισμός και οι δικοί μου άνθρωποι μπορούν να γνωρίζουν ανά πάσα στιγμή πού βρίσκομαι», εξηγεί δείχνοντας τη μοτοσικλέτα του.
Αναφορά έκανε και στις θερμικές κάμερες που επιστρατεύτηκαν κατά τη διάρκεια των αναζητήσεων, εξηγώντας ότι η αποτελεσματικότητά τους θα μπορούσε να περιοριστεί εάν η μοτοσικλέτα βρισκόταν σε σημείο με πυκνή βλάστηση.
«Δυστυχώς, οι θερμικές κάμερες που χρησιμοποιήθηκαν στις έρευνες δεν θα μπορούσαν απαραίτητα να εντοπίσουν τη μηχανή. Το μέταλλο θα ανέπτυσσε υψηλότερη θερμοκρασία μόνο αν το χτυπούσε ο ήλιος. Αν όμως η μηχανή βρισκόταν κάτω από κάποιο φυτό ή δέντρο, μπορεί να μην ήταν ορατή μέσω της θερμικής απεικόνισης. Όσο για το σώμα του Κώστα, θα εξέπεμπε θερμότητα μόνο εάν ήταν ζωντανός. Αυτό που εύχομαι τώρα είναι να βρίσκεται κάπου το παιδί, να μας δει και να επικοινωνήσει μαζί μας, να χτυπήσει ένα τηλέφωνο και να μας πει ότι είναι καλά. Πάνω απ’ όλα, το εύχομαι για την οικογένειά του, που περνάει πολύ δύσκολες στιγμές», καταλήγει συγκινημένος.
Πηγή: eleftherostypos.gr

