-Σε ευχαριστούμε πολύ που μας παραχωρείς αυτή τη συνέντευξη. Θα θέλαμε αρχικά να μας πεις λίγα λόγια για σένα;
Κι εγώ σας ευχαριστώ πολύ για την πρόσκληση. Κατάγομαι από την Καλαμάτα στην οποία μεγάλωσα και αγαπώ πολύ. Ήρθα στην Αθήνα, όπου μένω μόνιμα πλέον, για τις πρώτες μου σπουδές στο τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, ενώ πριν από δύο χρόνια αποφοίτησα και από τη Δραματική Σχολή «Αρχή» της Νέλλης Καρρά. Από μικρή μου άρεσε να διαβάζω ιστορίες, να μπαίνω σε διαφορετικούς κόσμους, να βιώνω τα συναισθήματα των χαρακτήρων, να ακολουθώ τον τρόπο σκέψης τους. Η ανάγκη μου να το μοιράζομαι και να γίνει πιο χειροπιαστό, συνέβαλε στην απόφασή μου να ασχοληθώ επαγγελματικά με την υποκριτική. Υπάρχει κάτι αποκαλυπτικό και ταυτόχρονα απελευθερωτικό στο να αποσύρεσαι από τον εαυτό σου και να ζεις μέσα από τα μάτια ενός άλλου μαζί με τους θεατές. Ιδίως όταν όλα γύρω μας συχνά επιδιώκουν να μας απομονώσουν και να μας περιορίσουν σε προκαθορισμένους ρόλους.
-Για κάποιον που δεν γνωρίζει το έργο, τι είναι ο «Ένας Ξένος» με απλά λόγια; Πες μας λίγα λόγια για το έργο.
Στο έργο ακολουθούμε τον Μερσώ, έναν υπάλληλο γραφείου που ζει στο Αλγέρι και αφήνει τη καθημερινότητά του να κυλάει χωρίς να κάνει συνειδητές επιλογές. Η απάθεια και η αποστασιοποίησή του από τις κοινωνικές συμβάσεις, τον καθιστούν ξένο σ’ ένα πλαίσιο που επιδοκιμάζει την υποκρισία και καταδικάζει την ειλικρίνεια. Μια τέτοια στάση όμως προς τη ζωή μέσα σ’ έναν σκληρό κόσμο τον καθιστά ευάλωτο. Ανήμπορος να ξεχωρίσει καταστάσεις, ανθρώπους και τα ψυχικά του όρια διαπράττει φόνο.
Ωστόσο, αυτό τον οδηγεί στη συνειδητότητα. Κατά τη διάρκεια της φυλάκισής του μέχρι και την καταδίκη του, έρχεται αντιμέτωπος με όλα τα μεγάλα ερωτήματα της ζωής, συνειδητοποιεί τη θνητότητα, καθώς και την έλλειψη εγγενούς νοήματος σ’ έναν παράλογο κόσμο. Αυτό που βρίσκω πάντα συγκινητικό στο τέλος, είναι πώς καταφέρνει να ευτυχήσει και να φτάσει στην απόλυτη ελευθερία, αποδεχόμενος για πρώτη φορά, καθώς λέει, «την τρυφερή αδιαφορία του κόσμου.»
-Τι πιστεύεις ότι έχει να πει αυτό το έργο στο σημερινό κοινό; Είναι μια ιστορία διαχρονική;
Το έργο λειτουργεί ως καθρέφτης. Αντανακλά τη δική μας προσπάθεια να ζήσουμε με αυθεντικότητα, να βρούμε νόημα, να φτάσουμε στην αλήθεια και στην ελευθερία, και αυτές οι αναζητήσεις είναι διαχρονικές και αναπόδραστες.
Αυτό που κάνει ξένο τον Μερσώ δεν είναι ο φόνος, αλλά η αφοπλιστική του ειλικρίνεια. Όταν πηγαίνει στην κηδεία της μητέρας του, δεν κλαίει. Όταν η κοπέλα του τον ρωτάει αν την αγαπάει της απαντάει πως αυτό δεν έχει καμία σημασία, αλλά νομίζει πως όχι. Στη δίκη, όλη η ρητορική του εισαγγελέα στηρίζεται στην άρνησή του να προσαρμοστεί στα συναισθήματα που είναι κοινωνικώς αποδεκτά. Και εκεί το έργο μας αφορά άμεσα: Εμείς πόσο συχνά προσποιούμαστε στις διαπροσωπικές μας σχέσεις; Δεν έχουμε όλοι νιώσει κάποια στιγμή αποκομμένοι από τα συναισθήματα που «υποτίθεται» ότι πρέπει να έχουμε;
Ουσιαστικά, ο Μερσώ καταδικάζεται σε θάνατο ακριβώς γι’ αυτό, επειδή δεν έκλαψε στην κηδεία της μητέρας του, επειδή το δικαστικό σύστημα που εκπροσωπεί την κοινωνία, δεν αποδέχτηκε την άρνησή του να προσποιηθεί πως η ζωή έχει το νόημα που εκείνοι ήθελαν να έχει. Έτσι, σε έναν παράλογο κόσμο, η ανάγκη της αίσθησης του ανήκειν – ακόμα και μέσα από την υποκρισία – και η προσπάθεια απόδοσης λογικής συνοχής σε τυχαία γεγονότα μέσω κάποιου δοσμένου νοήματος, αποδεικνύονται μάταιες.
Η ελευθερία και η γαλήνη που κατακτά στο τέλος, δεν προέρχονται από μια μηδενιστική στάση προς τη ζωή, αλλά από την αποδοχή της τυχαιότητας της ύπαρξης και το αναπόδραστο του θανάτου. Η συνειδητοποίηση στην οποία φτάνει στο τέλος, για χάριν όλων μας, συνοψίζεται στη φράση του Καμύ: «Ο κόσμος δεν έχει νόημα, είναι χαοτικός. Κι όμως πρέπει να ζεις σαν να έχει σημασία.» Κι αυτό, είναι κάτι που αξίζει να αναλογιστεί κανείς.
-Η προετοιμασία για μια παράσταση είναι πάντα μια απαιτητική διαδικασία. Ποια ήταν τα μεγαλύτερα
σας εμπόδια κατά τη διάρκεια των προβών;
Η παράσταση είναι βασισμένη σε ένα μυθιστόρημα, έτσι και η γραφή του ως θεατρικό έργο και η απόδοσή του σκηνικά ήταν πρόκληση. Χρειάστηκε πολλή δουλειά και διάβασμα από τον καθένα μας ξεχωριστά ώστε να μπορέσουμε να πούμε καθαρά την ιστορία με τις φιλοσοφικές της προεκτάσεις έχοντας ως κύριο γνώμονα την εμπλοκή του θεατή και το σεβασμό στο κείμενο. Μας ήταν πολύ σημαντικά, γι’ αυτό και επιμείναμε στη λεπτομέρεια τόσο στο λόγο όσο και στην κινησιολογία. Η βουτιά σε ένα τέτοιο έργο είναι απαιτητική αλλά και γενναιόδωρη, οπότε όταν φτάνει η ώρα και το μοιράζεσαι με το κοινό η χαρά είναι διπλή.
-Φεύγοντας από την αίθουσα, τι θέλεις να πάρει μαζί του ο θεατής; Ένα συναίσθημα, μια σκέψη ή ίσως ένα ερώτημα;
Θα ήθελα να αφεθεί να δει τι θα του προκύψει, είτε αυτό είναι ένα συναίσθημα, είτε μια σκέψη είτε ένα ερώτημα, είτε όλα αυτά μαζί. Μόνο έτσι θα μπορέσει να φανερωθεί στον καθένα κάτι που του είναι αναγκαίο, κάτι που ίσως δεν είχε αντιληφθεί για τον εαυτό του ή τον κόσμο γύρω του, κάτι που θα συνεχίσει να δουλεύει μέσα του ακόμα και όταν φύγει από το θέατρο. Εάν συμβεί αυτό, τότε ο σκοπός μας έχει εκπληρωθεί.
-Τέλος θα θέλαμε να μας πεις τι θα έλεγες στο κοινό των Ιωαννίνων για να το προτρέψεις να έρθει να παρακολουθήσει το έργο;
Το έργο «Ένας Ξένος» είναι σύγχρονο και βαθιά ανθρώπινο, μιλάει με ειλικρίνεια για πράγματα που φοβόμαστε να πούμε ή να αντιμετωπίσουμε. Θέτει ερωτήματα για τα θεμέλια της κοινωνίας μας και για τη στάση μας απέναντι στον εαυτό μας και στους άλλους, ενώ μας καλεί να αντιταχθούμε σε όσα μας περιορίζουν. Έχει έναν αβάσταχτο ήλιο, μια δροσερή παραλία, έναν παράξενο άντρα, μια γελαστή κοπέλα και όλα τα πρόσωπα που φτιάχνουν μια κοινότητα, όπως τον παππού με το σκύλο του, τον εστιάτορα, τον επιστάτη του γηροκομείου. Όλα αυτά, συνθέτουν έναν κόσμο γνώριμο και ταυτόχρονα ανοίκειο, όπου οι χαρακτήρες, ο καθένας με τη δική του ιστορία, παρατηρούν, αναμετρώνται με την αλήθεια ή σιωπούν, ενώ ο Μερσώ μας υπενθυμίζει πως ό,τι θεωρείται ξένο, ίσως είναι τελικά αυτό που μας οδηγεί πιο κοντά στην ελευθερία. Αρκεί, να το επιλέξουμε.
Σας περιμένουμε!
Epirusjournal.gr Η καθημερινότητα της Ηπείρου σε ένα site! 